Χρήση προπλασμάτων

Η ελληνική μέθοδος για τη δημιουργία ενός αγάλματος ήταν μέσω της παραγωγής μίας γύψινης μήτρας, τεχνική που επινοήθηκε από τον Λυσίστρατο, αδερφό του Λυσίππου στο τέλος του 4ου αιώνα, και η οποία διαδόθηκε ευρέως με αποτέλεσμα χιλιάδες από τα ρωμαϊκά αντίγραφα των ελληνικών γλυπτών να έχουν παραχθεί μ' αυτό τον τρόπο.

Η πρώτη αναφορά στις πηγές σχετικά με τα προπλάσματα των αρχαίων γλυπτών αφορά τον Αρκεσίλαο και τον Πασιτέλη του 1ου αι. π.Χ. για τα προπλάσματα των οποίων κανείς θα πλήρωνε πολύ περισσότερα απ' ότι για τα ολοκληρωμένα έργα κάποιων άλλων, σύμφωνα με τις πηγές. Ο Varro αναφέρει πώς ο Πασιτέλης ποτέ δεν έφτιαχνε ένα έργο χωρίς πρώτα να φτιάξει το πρόπλασμά του και ήταν ίσως ο πρώτος που υιοθέτησε την πρακτική της αντιγραφής ενός προπλάσματος σε φυσικό μέγεθος επακριβώς.

Παρ' όλα αυτά οι Έλληνες γλύπτες σε πρωιμότερες εποχές δούλευαν το μάρμαρο με ελεύθερο χέρι (freehand), δηλαδή αφαιρώντας σταδιακές στρώσεις από το συμπαγές μπλοκ υλικού που είχαν στη διάθεσή τους. Δούλευαν δηλαδή από έξω προς τα μέσα, σε αντίθεση με τους μεταγενέστερους γλύπτες που δουλεύουν από μέσα προς τα έξω. Η τεχνική αυτή είχε ως αποτέλεσμα το αρχαίο ελληνικό γλυπτό να είναι συμπαγές και ενοποιημένο, καθώς προερχόταν κυρίως από ένα μπλοκ λίθου. Το ότι βέβαια ο αρχαίος γλύπτης δεν παρήγαγε μηχανικά ένα γλυπτό από ένα πρόπλασμα, δεν σημαίνει ότι δεν χρησιμοποιούσε προπλάσματα ή σχέδια. Αντιθέτως ήταν ιδιαίτερα επιμελής, με επιμονή στην ακρίβεια, την αρμονική σύνθεση και την αλληλεπίδραση των αναλογιών. Ακόμη και οι αγγειογράφοι προχωρούσαν σε δημιουργία σχεδίων και διορθώσεις αυτού που ήθελαν να κάνουν, πόσο περισσότερο μάλλον οι γλύπτες οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να δουλεύουν μεγάλα μπλοκ μαρμάρου χωρίς ένα προσεκτικά δουλεμένο σχέδιο. Ειδικά στους αιώνες ακμής, τον 5ο και 4ο μία τέτοια προετοιμασία θα πρέπει να ήταν απαραίτητη κυρίως στις γλυπτικές συνθέσεις αρχιτεκτονημάτων, όπως σε ζωφόρους και αετώματα, όπου τα γλυπτά αναμεταξύ τους έπρεπε να διαμορφώνουν ένα αρμονικό σύνολο. Στις οικοδομικές επιγραφές από το Ερεχθείο και τον Παρθενώνα αναφέρεται ένας αριθμός γλυπτών οι οποίοι εργάστηκαν στους γλυπτικούς διακόσμους των εν λόγω μνημείων και οι οποίοι θα πρέπει οπωσδήποτε να δούλευαν βάσει ενός ενιαίου προϋπάρχοντος σχεδίου. Βέβαια ίχνη τέτοιων προπλασμάτων από κερί ή πηλό, αλλά και πιθανών σχεδίων σε πάπυρο φυσικά δεν σώθηκαν.

Η χρήση ζωντανών μοντέλων δεν αναφέρεται πουθενά ως κανόνας για την αρχαία γλυπτική. Σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις έχουμε σχετικές αναφορές από τους αρχαίους συγγραφείς, όπως για παράδειγμα ότι η Φρύνη ήταν το μοντέλο για την Αφροδίτη της Κνίδου σύμφωνα με τον Αθήναιο (121). Στα πρώιμα χρόνια όταν ο ρεαλισμός δεν ήταν το ζητούμενο στην τέχνη, οι γλύπτες μελετούσαν πρωτίστως τα συστήματα που είχαν αναπτύξει προηγούμενοι γλύπτες και όχι απευθείας την ίδια τη φύση. Στα ελληνιστικά χρόνια όμως όταν η μελέτη της ανατομίας απασχολούσε πλέον ιδιαίτερα τους γλύπτες, η παρουσία ενός ζωντανού μοντέλου θα πρέπει να θεωρούνταν απαραίτητη.